Πρόγραμμα αναδοχής

Το Κέντρο εφαρμόζει από τον Νοέμβριο του 2004 πρόγραμμα αναδοχής, στο πλαίσιο του οποίου του οποίου πραγματοποιούνται από ειδικούς επιστήμονες αξιόλογες προσπάθειες βελτίωσης και προώθησης του θεσμού, με σκοπό την αποασυλοποίηση και αποϊδρυματοποίηση των παιδιών. Επίσης, στόχος του προγράμματος είναι η εξάλειψη περιπτώσεων εξάρτησης και δυσχερούς μεταχείρισης ενός σημαντικού πληθυσμού παιδιών από την ανίκανη για την φροντίδα τους, φυσική οικογένεια.

Το Κέντρο πιστεύει πως η κινητοποίηση και η ευαισθητοποίηση στο χώρο της αναδοχής, ως βασικός παράγοντας παιδικής προστασίας, αποτελεί ιδιαίτερη πρακτική, η οποία προσελκύει το ενδιαφέρον όλων των πλευρών, στην προσπάθεια ανάπτυξης ενός δικτύου αναδοχής με έμφαση στην επικοινωνία και τη συνεργασία μεταξύ φορέων.

Τι είναι η αναδοχή

Η αναδοχή, ως θεσμός παιδικής προστασίας από τις αρχές του 20ου αιώνα, αφορά την ανάληψη της φροντίδας ενός ανήλικου τέκνου έως 16 ετών από ανάδοχη οικογένεια ή ανάδοχο άτομο. Εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπου το ανήλικο τέκνο στερείται τη φροντίδα και τη στήριξη της φυσικής οικογένειας λόγω έκτακτων είτε χρόνιων αναγκών όπως ασθένεια γονέων, ατύχημα, διαπίστωση ακαταλληλότητάς τους κ.α.

Η ανάδοχη οικογένεια δεν αποκαθιστά αλλά αναπληρώνει την αδύναμη φυσική οικογένεια, προσφέροντας στο ανήλικο τέκνο ικανοποίηση των βιολογικών αναγκών του, ασφάλεια, αγάπη και τη δυνατότητα να μεγαλώσει, να αναπτύξει την ταυτότητά του και να αποκτήσει εμπειρίες και ερεθίσματα μέσα σε ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον. Επίσης η ανάδοχη οικογένεια βοηθά στην ομαλή αποκατάσταση και επιστροφή του παιδιού στη φυσική οικογένεια μακριά από το στίγμα του Ιδρύματος.

Σε αντίθεση με την υιοθεσία, στην περίπτωση αναδοχής τέκνου, οι έννομες σχέσεις μεταξύ ανηλίκου και φυσικής οικογένειας παραμένουν αμετάκλητες, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Είναι υποχρέωση των ανάδοχων γονέων να διευκολύνουν την επικοινωνία και τη διατήρηση των προσωπικών σχέσεων μεταξύ ανηλίκου και φυσικών γονέων από την στιγμή που δεν υπάρχει δικαστική απόφαση και δε βλάπτει τα συμφέρονται του ανηλίκου.

Τύποι αναδοχής
  • Συγγενική αναδοχή:
    Οι συγγενείς καλούνται, αν θέλουν, να πάρουν το παιδί του οποίου η οικογένεια βρίσκεται σε κρίση.

  • Μεσοπρόθεσμη αναδοχή:
    Αναδοχή με διάρκεια μέχρι 2 χρόνια, έως ότου η οικογένεια ξεπεράσει την κρίση, άλλως γίνεται μακροπρόθεσμη.

  • Μακροπρόθεσμη αναδοχή:
    Αναδοχή σε παιδιά που δεν πρόκειται να επιστρέψουν στην οικογένειά τους.

  • Αναδοχή φιλοξενίας:
    Φιλοξενία σε παιδιά για Σαββατοκύριακο, γιορτές ή καλοκαίρια.
Ποιος μπορεί να γίνει ανάδοχος γονέας

Δεν υπάρχει συγκεκριμένη συνταγή αναδοχής, οι κοινωνικοί λειτουργοί μπορούν να κρίνουν την καταλληλότητα των αναδόχων γονέων. Μερικές φορές οι ενδιαφερόμενοι μετά την παρουσίαση του προγράμματος, ανακαλύπτουν ότι δεν τους ταιριάζει ο θεσμός.

Τα προσόντα που πρέπει να έχουν οι ανάδοχοι γονείς

Αγάπη και υπομονή για το παιδί κάποιου άλλου. Ο ιδανικός ανάδοχος γονέας δεν περιγράφεται, γιατί οι ανάγκες των παιδιών ποικίλουν. Το ιδανικότερο θα ήταν οι ανάγκες κάθε παιδιού να ταυτίζονται με αυτές του ανάδοχου γονέα. Η αναδοχή είναι μια μορφή εργασίας στην οποία πρέπει να συμμετέχει όλη η οικογένεια. Οι ανάδοχοι γονείς συζητούν με τους κοινωνικούς λειτουργούς για την ηλικία και το φύλλο του παιδιού το οποίο νομίζουν ότι μπορούν να φροντίσουν καλύτερα.

Όριο ηλικίας ανάδοχων γονέων

Δεν υπάρχει συγκεκριμένο όριο ηλικίας. Κάθε αίτηση εξετάζεται ξεχωριστά.

Διαφορά μεταξύ Υιοθεσίας και Αναδοχής

Η Υιοθεσία είναι νομική πράξη, με την οποία το παιδί έχει όλα τα προνόμια ενός φυσικού παιδιού και η οικογένεια έχει τις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί του. Αντίθετα, το ανάδοχο παιδί κρατάει την δική του ταυτότητα και εξακολουθεί να είναι νόμιμο παιδί των φυσικών του γονέων.

Πρόγραμμα εύρεσης ριζών

Πληροφόρηση του Υιοθετημένου για τα στοιχεία των φυσικών του γονέων

Ορθώς ο Νόμος δίνει το δικαίωμα στον υιοθετημένο να πληροφορείται πλήρως τα στοιχεία των φυσικών του γονέων και της υιοθεσίας του από τους θετούς γονείς και από κάθε αρμόδια αρχή μετά την ενηλικίωσή του (άρθρο 1559, παρ, 2 Α.Κ).
Επίσης η Κοινωνική υπηρεσία ή οργάνωση που συνέπραξε στην τέλεση της υιοθεσίας, «υποχρεούται να παρέχει, όταν το ζητήσουν οι ενδιαφερόμενοι, τη συνδρομή της για την αναζήτηση ριζών υπό τους όρους που το επιτρέπει ο νόμος» (Π.Δ. 226/20-9-1999, άρθρο 3).

Έχουν οι φυσικοί γονείς το δικαίωμα να πληροφορηθούν τα στοιχεία των θετών γονέων;

Ένα θέμα το οποίο δεν αντιμετωπίζει ο Νόμος είναι η επιθυμία πολλών φυσικών γονέων να πληροφορηθούν τα στοιχεία του παιδιού που στο παρελθόν είχαν δώσει για υιοθεσία με σκοπό να επικοινωνήσουν μαζί του. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια, μέσω της ώθησης που έδωσαν τηλεοπτικές εκπομπές, πολλοί φυσικοί γονείς ξεκίνησαν την αναζήτηση των παιδιών τους. Η άγνοια των φυσικών γονέων για τα στοιχεία των θετών γονέων δεν αφορά μόνον τις υιοθεσίες παιδιών που προστατεύονται από Κοινωνικές Υπηρεσίες, όπου ο Νόμος κατοχυρώνει αυτήν την μυστικότητα (άρθρο 1559, παρ, 1 Α.Κ) αλλά και τις ιδιωτικές υιοθεσίες.

Παρότι σε αυτές τις τελευταίες ούτε ο προηγούμενος Νόμος ούτε, πολύ περισσότερο, ο νέος Νόμος κρίνει αναγκαία τη μυστικότητα απέναντι στους φυσικούς γονείς, εφ όσον οι υιοθεσίες αυτές, θεωρητικά τουλάχιστον, γίνονται με απευθείας διαπραγμάτευση μεταξύ φυσικών και θετών γονέων, είναι γνωστό ότι οι θετοί γονείς μετέρχονται διάφορους τρόπους για να μην αποκαλυφθούν τα στοιχεία τους στους φυσικούς γονείς.

Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται είναι το εξής: Έχουν οι φυσικοί γονείς το δικαίωμα να πληροφορηθούν τα στοιχεία των θετών γονέων από τις Κοινωνικές Υπηρεσίες (μετά την ενηλικίωση του παιδιού) και να επιδιώξουν την επικοινωνία με τον υιοθετημένο, είτε επειδή ουδέποτε πληροφορήθηκαν αυτά τα στοιχεία είτε επειδή τα ξέχασαν;

Σύμφωνα με τις διατάξεις περί μυστικότητας του Νόμου δεν έχουν το δικαίωμα αυτό και θα πρέπει να αναμένουν να τους αναζητήσει το παιδί. Οι πιέσεις όμως που ασκούνται στις Κοινωνικές Υπηρεσίες από τους φυσικούς γονείς είναι ισχυρές και το πρόβλημα δεν μπορεί κανείς να το αγνοήσει.

Οι Κοινωνικές Υπηρεσίες σήμερα εφαρμόζουν την τακτική να ενημερώνουν τον υιοθετημένο για την επιθυμία του φυσικού γονέα και -εάν εκείνος συναινεί- να τους φέρνουν σε επαφή. Αρκετές φορές, όμως, οι προσπάθειες των Κοινωνικών Υπηρεσιών να γνωστοποιήσουν το αίτημα προσωπικά στον υιοθετημένο προσκρούουν στην αρνητική στάση των θετών γονέων, ειδικότερα εάν ο υιοθετημένος ενήλικος εξακολουθεί να είναι εξαρτημένος από τους θετούς γονείς ή εάν δεν έχει πληροφορηθεί για την υιοθεσία του.

Η αναζήτηση του παιδιού από τον φυσικό γονέα χρόνια μετά την υιοθεσία είναι κατανοητή στο πλαίσια της ανάγκης του να πληροφορηθεί για την τύχη του παιδιού του και να ανακουφιστεί από τα συναισθήματα ενοχής και οδύνης για την απώλεια του παιδιού που πολλές φορές τον συνοδεύουν στην ζωή του. Από την άλλη μεριά, ακόμα και αν ο υιοθετημένος δεν έχει ενδιαφερθεί εμπράκτως να αναζητήσει το φυσικό γονέα, φαίνεται να εκτιμά θετικά τις ενέργειες του γονέα να επικοινωνήσει μαζί του, έστω και αν οι πρώτες αντιδράσεις του είναι μερικές φορές αρνητικές. Άλλωστε το βασικό ερώτημα των υιοθετημένων είναι εάν οι φυσικοί γονείς τους αγαπούσαν και νοιάζονταν για αυτούς.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι γενικά είναι θετικό για τον ενήλικα υιοθετημένο να γνωρίζει το αίτημα του φυσικού γονέα που συνδέεται με ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής του και να αποφασίσει εάν θέλει να τον συναντήσει ή όχι. Γι' αυτό, στο προεδρικό διάταγμα για την διαδικασία προπαρασκευής και πραγματοποίησης των υιοθεσιών από τις αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες, καλόν θα είναι να περιληφθεί διάταξη που να κατοχυρώνει τις ενέργειες των κοινωνικών υπηρεσιών να ενημερώνουν τον υιοθετημένο ενήλικο για το αίτημα του φυσικού γονέα να επικοινωνήσει μαζί του.

Οι θέσεις του Κέντρου Ερευνών Ρίζες

Να επιτρέπεται και να ενθαρρύνεται, η αναζήτηση από τους φυσικούς γονείς για το υιοθετημένο παιδί τους, αφού πρώτα συναινέσει ο υιοθετημένος ενήλικας και αφού έχουν πάρει και οι δύο πλευρές την κατάλληλη υποστήριξη από ειδικούς. Η ίδια τακτική να ακολουθείται και στην περίπτωση αναζήτησης υιοθετημένου ατόμου, από το οικογενειακό περιβάλλον, όταν οι φυσικοί γονείς έχουν αποβιώσει. Είναι γεγονός ότι πολλά υιοθετημένα άτομα εξέφρασαν τέτοια επιθυμία και ερωτήματα εάν τους αναζήτησε κανείς από το φυσικό τους οικογενειακό περιβάλλον μετά από χρόνια. Εμείς στις αναζητήσεις μας περιλαμβάνουμε και τις δύο πλευρές όπως άλλωστε κάνουν και ορισμένες, με αρκετή ευαισθησία, Κοινωνικές Υπηρεσίες.